to shred
shred
ʃrɛd
shred
shoedsherdshrewdshared

Ορισμός και σημασία του "shred"στα αγγλικά

to shred
01

ψιλοκόβω, κόβω σε μικρά κομμάτια

to cut something into very small pieces 
Transitive: to shred sth
to shred definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shred
γ΄ ενικό πρόσωπο
shreds
ενεστώτα μετοχή
shredding
απλός αόριστος
shredded
παθητική μετοχή
shredded
Παραδείγματα
To make coleslaw, you need to shred the cabbage finely. 

Για να φτιάξετε κολσλάου, πρέπει να ψιλοκόψετε το λάχανο.

01

ψίχα, ίχνος

a tiny or scarcely detectable amount 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shreds
02

ένα μικρό κομμάτι ύφασμα ή χαρτί, ένα κομμάτι ύφασμα ή χαρτί

a small piece of cloth or paper 

Λεξικό Δέντρο

shredder
shred
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store