showroom
show
ʃəʊ
σεου
room
rum
ρουμ

Ορισμός και σημασία του "showroom"στα αγγλικά

01

αίθουσα εκθέσεων, showroom

a commercial space or facility where products or services are displayed or demonstrated to potential customers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
showrooms
Παραδείγματα
The new car showroom has a variety of models on display for customers to look at. 

Το νέο showroom αυτοκινήτων έχει μια ποικιλία μοντέλων σε επιδεικτική για τους πελάτες να δουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

showroom

show

+

room

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store