Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Showing
01
παράσταση, παρουσίαση
something shown to the public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
showings
02
προσθήκη ιόντων, εισαγωγή ιόντων
add ions to
03
προβολή, μετάδοση
an act of displaying a movie or TV show
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
showing
show



























