showing
showing
ʃəʊɪng
shewing
shoringslowingstowing

Ορισμός και σημασία του "showing"στα αγγλικά

01

παράσταση, παρουσίαση

something shown to the public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
showings
02

προσθήκη ιόντων, εισαγωγή ιόντων

add ions to 
03

προβολή, μετάδοση

an act of displaying a movie or TV show 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

showing
show
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store