Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Showplace
01
τουριστικό αξιοθέατο, αξιοθέατο
a place that attracts many tourists because of natural beauty, historical interest, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
showplaces
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
showplace
show
place



























