shorthand
short
ˈʃɔ:t
shawt
hand
hænd
hānd

Ορισμός και σημασία του "shorthand"στα αγγλικά

01

στενογραφία, συντομογραφία

a method of writing quickly using symbols or abbreviations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She learned shorthand to take notes faster during lectures. 

Έμαθε στενογραφία για να κρατάει σημειώσεις πιο γρήγορα κατά τη διάρκεια των διαλέξεων.

01

σχεδιάγραφος, συντομογραφημένος

written using an abbreviated or symbolic system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
writing, communication, language
Παραδείγματα
He handed me a shorthand version of the report. 

Μου έδωσε μια στενογραφική έκδοση της αναφοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shorthand

short

+

hand

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store