short-term
short
ʃɔ:t
shawt
term
tɜ:m
tēm
disconfirmreconfirmreaffirmpoikilotherm

Ορισμός και σημασία του "short-term"στα αγγλικά

short-term
01

βραχυπρόθεσμος, για σύντομο χρονικό διάστημα

intended to last for a brief or limited period of time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most short-term
συγκριτικός βαθμός
more short-term
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, planning, employment
Παραδείγματα
The company offered a short-term contract to cover the employee's maternity leave. 

Η εταιρεία προσέφερε μια βραχυπρόθεσμη σύμβαση για να καλύψει την άδεια μητρότητας της υπαλλήλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store