short-tempered
short
ʃɔ:t
shawt
tem
tɛm
tem
pered
pəd
pēd

Ορισμός και σημασία του "short-tempered"στα αγγλικά

short-tempered
01

ευερέθιστος, οξύθυμος

having a tendency to become angry quickly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most short-tempered
συγκριτικός βαθμός
more short-tempered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The short-tempered boss yelled at employees for minor mistakes. 

Ο ευέξαπτος αφεντικός φώναξε στους υπαλλήλους για μικρά λάθη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store