shopping
sho
ˈʃɒ
sho
pping
pɪng
ping
soppingshipping

Ορισμός και σημασία του "shopping"στα αγγλικά

01

αγορές, shopping

the act of buying goods from stores 
shopping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shoppings
Παραδείγματα
His favorite part of shopping is finding good deals. 

Το αγαπημένο του μέρος των αγορών είναι η εύρεση καλών προσφορών.

02

αγορές

the commodities purchased from stores 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shopping
shop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store