shopkeeper
Pronunciation
/ˈʃɑpˌkipɝ/

Ορισμός και σημασία του "shopkeeper"στα αγγλικά

01

κατάστημα, έμπορος

someone who manages or owns a shop
shopkeeper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shopkeepers
Παραδείγματα
They chatted with the shopkeeper about the best local products and recommendations.
Συζήτησαν με τον κατάστημα για τα καλύτερα τοπικά προϊόντα και τις συστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store