Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shire
01
shire, βαρύ άλογο έλξης μιας ράτσας που προέρχεται από τα αγγλικά Midlands
A heavy draft horse of a breed that originated in the English Midlands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shires
02
κομητεία, shire
a former administrative district of England; equivalent to a county



























