Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shirk
01
αποφεύγω, ξεφεύγω
to avoid or neglect one's responsibilities, often by finding ways to escape from them
Transitive: to shirk responsibilities
Παραδείγματα
Some individuals may shirk community service or volunteer opportunities, missing the chance to make a positive impact.
Ορισμένα άτομα μπορεί να αποφεύγουν την κοινωνική εργασία ή τις ευκαιρίες εθελοντισμού, χάνοντας την ευκαιρία να κάνουν μια θετική επίδραση.
02
αποφεύγω, ξεφεύγω
to avoid doing something difficult or unpleasant because of reluctance or unwillingness
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shirk
γ΄ ενικό πρόσωπο
shirks
ενεστώτα μετοχή
shirking
απλός αόριστος
shirked
παθητική μετοχή
shirked
Παραδείγματα
Instead of helping, he shirked at the idea of doing anything difficult.
Αντί να βοηθήσει, απέφυγε την ιδέα να κάνει κάτι δύσκολο.
Λεξικό Δέντρο
shirker
shirking
shirk



























