shirt
shirt
ʃɜ:t
shēt
skirtshortshiftspirt

Ορισμός και σημασία του "shirt"στα αγγλικά

01

πουκάμισο, μπλούζα

a piece of clothing usually worn by men on the upper half of the body, typically with a collar and sleeves, and with buttons down the front 
shirt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shirts
Παραδείγματα
I need to iron my shirt before wearing it. 

Πρέπει να σιδερώσω το πουκάμισό μου πριν το φορέσω.

to shirt
01

φορώ μια μπλούζα, βάζω μια μπλούζα

put a shirt on 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shirt
γ΄ ενικό πρόσωπο
shirts
ενεστώτα μετοχή
shirting
απλός αόριστος
shirted
παθητική μετοχή
shirted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shirty
undershirt
shirt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store