Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shipyard
01
ναυπηγείο, αρσενάλι
a workplace where ships are built or repaired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shipyards
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shipyard
ship
yard



























