shipyard
ship
ˈʃɪp
ship
yard
ˌjɑrd
yaard
/ʃˈɪpjɑːd/

Ορισμός και σημασία του "shipyard"στα αγγλικά

01

ναυπηγείο, αρσενάλι

a workplace where ships are built or repaired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipyards
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store