Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shimmy
01
κουνιέμαι, ταρακουνώ
to dance with lively and vibrant movements, often involving swaying or shaking of the hips or shoulders in a playful or flirtatious manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
shimmy
γ΄ ενικό πρόσωπο
shimmies
ενεστώτα μετοχή
shimmying
απλός αόριστος
shimmied
παθητική μετοχή
shimmied
Παραδείγματα
The dancers shimmied in unison, creating a mesmerizing display of rhythm and motion.
Οι χορευτές shimmied σε unison, δημιουργώντας μια μαγευτική επίδειξη ρυθμού και κίνησης.
02
τρεμουλιάζω, δονώ
tremble or shake
Shimmy
01
τρεμούλα, δόνηση
a dance move characterized by rapid shaking or oscillation of the shoulders or hips, often used as a form of expression or celebration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shimmies
Παραδείγματα
The dancer impressed the audience with her energetic shimmy, infusing the performance with a burst of excitement and rhythm.
Η χορεύτρια εντυπωσίασε το κοινό με την ενεργητική της κούνα, εγχέοντας στην παράσταση μια έκρηξη ενθουσιασμού και ρυθμού.
02
γυναικεία εσώρουχο χωρίς μανίκια, αθόρυβη γυναικεία εσώρουχα
a woman's sleeveless undergarment
03
ανώμαλη δόνηση, ανώμαλο κούνημα
an abnormal wobble in a motor vehicle (especially in the front wheels)



























