Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shifting
01
μεταβαλλόμενος, μεταβλητός
continuously varying
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shifting
συγκριτικός βαθμός
more shifting
διαβαθμίσιμο
02
ασταθής, κινούμενος
(of soil) unstable
03
μεταβαλλόμενος, κινητός
changing position or direction
Shifting
01
μετατόπιση, αλλαγή
the act of moving from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
μετατόπιση, αναδιάταξη
the movement or reordering of constituents within a sentence, often for reasons of emphasis, focus, or stylistic variation
Λεξικό Δέντρο
shifting
shift



























