Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beckon
01
γνέφω, καλώ με νεύμα
to gesture with a motion of the hand or head to encourage someone to come nearer or follow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beckon
γ΄ ενικό πρόσωπο
beckons
ενεστώτα μετοχή
beckoning
απλός αόριστος
beckoned
παθητική μετοχή
beckoned
Παραδείγματα
She often beckons her dog to join her for a walk in the park.
Συχνά γνέφει στο σκύλο της να έρθει μαζί της για μια βόλτα στο πάρκο.
02
προσελκύω, γοητεύω
to seem appealing, as if silently calling someone toward it
Παραδείγματα
The cozy café beckoned with warm lights and the smell of fresh pastries.
Το ζεστό καφέ προσκαλούσε με ζεστά φώτα και τη μυρωδιά των φρέσκων γλυκών.



























