Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shepherd
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shepherds
Παραδείγματα
The shepherd led the sheep back to the pen at sunset.
Ο βοσκός οδήγησε τα πρόβατα πίσω στο μαντρί κατά τη δύση του ηλίου.
02
ποιμένας, κληρικός
a clergyman who watches over a group of people
to shepherd
01
βοσκώ, προβατοκομώ
tend as a shepherd, as of sheep or goats
02
φροντίζω σαν βοσκός, οδηγώ σαν βοσκός
watch over like a shepherd, as a teacher of her pupils
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shepherd
γ΄ ενικό πρόσωπο
shepherds
ενεστώτα μετοχή
shepherding
απλός αόριστος
shepherded
παθητική μετοχή
shepherded



























