shepherd
she
ˈʃɛ
she
pherd
pəd
pēd
leopard

Ορισμός και σημασία του "shepherd"στα αγγλικά

01

βοσκός, ποιμένας

a person who protects a large group of sheep as a job 
shepherd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shepherds
Παραδείγματα
The shepherd guided the flock across the valley. 

Ο βοσκός καθοδήγησε το κοπάδι μέσα από την κοιλάδα.

02

ποιμένας, κληρικός

a clergyman who watches over a group of people 
to shepherd
01

βοσκώ, προβατοκομώ

tend as a shepherd, as of sheep or goats 
to shepherd definition and meaning
02

φροντίζω σαν βοσκός, οδηγώ σαν βοσκός

watch over like a shepherd, as a teacher of her pupils 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shepherd
γ΄ ενικό πρόσωπο
shepherds
ενεστώτα μετοχή
shepherding
απλός αόριστος
shepherded
παθητική μετοχή
shepherded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store