shareholder
share
ˈʃeə
she
hol
həʊl
hewl
der

Ορισμός και σημασία του "shareholder"στα αγγλικά

01

μέτοχος, κάτοχος μετοχών

a natural or legal person that owns at least one share in a company 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shareholders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store