Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shampoo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shampoos
Παραδείγματα
She chose a sulfate-free shampoo to keep her color-treated hair vibrant.
Επέλεξε ένα σαμπουάν χωρίς θειικά για να διατηρήσει τα βαμμένα της μαλλιά ζωηρά.
02
σαμπουάν, πλύσιμο με σαμπουάν
the action of washing one's hair using shampoo
Παραδείγματα
She enjoyed a relaxing shampoo at the salon.
Απόλαυσε ένα χαλαρωτικό σαμπουάν στο σαλόνι.
03
σαμπουάν, καθαριστικό προϊόν
a cleaning product used on items such as carpet, car, etc.
Παραδείγματα
After the spill on the living room carpet, she used a carpet shampoo to effectively remove the stain.
Μετά τη χύση στο χαλί του σαλονιού, χρησιμοποίησε ένα σαμπουάν για χαλιά για να αφαιρέσει αποτελεσματικά τον λεκέ.
to shampoo
01
σαμπουάνω, πλένω με σαμπουάν
to wash something, like hair or carpets, using a special cleaning solution
Transitive: to shampoo hair or fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shampoo
γ΄ ενικό πρόσωπο
shampoos
ενεστώτα μετοχή
shampooing
απλός αόριστος
shampooed
παθητική μετοχή
shampooed
Παραδείγματα
She shampoos her hair every other day to keep it clean and fresh.
Αυτή σαμπουάν τα μαλλιά της κάθε δεύτερη μέρα για να τα κρατά καθαρά και φρέσκα.



























