Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beat down
01
χτυπώ δυνατά, σφυρηλατώ
to hit someone or something with great strength or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
beat
ενεστώτας
beat down
γ΄ ενικό πρόσωπο
beats down
ενεστώτα μετοχή
beating down
απλός αόριστος
beat down
παθητική μετοχή
beaten down
Παραδείγματα
She carefully beat the nail down with a hammer to secure it in place.
Χτύπησε προσεκτικά το καρφί με ένα σφυρί για να το στερεώσει στη θέση του.
02
κατεδαφίζω, καταστρέφω
to forcefully remove something from a fixed position
Παραδείγματα
Using a sledgehammer, he managed to beat the stubborn door down after it got stuck.
Χρησιμοποιώντας ένα σφυρί, κατάφερε να κατεδαφίσει την πεισματάρικη πόρτα αφού κόλλησε.
03
φωτίζω έντονα, λάμπω δυνατά
to shine brightly and strongly
Παραδείγματα
The car's headlights beat down the dark road, revealing twists and turns.
Τα φώτα του αυτοκινήτου έλαμψαν δυνατά στον σκοτεινό δρόμο, αποκαλύπτοντας στροφές και καμπύλες.
04
παζαρεύω, ρίχνω την τιμή
to persuade a person to lower the price of something particular
Παραδείγματα
The art of beating down prices is a valuable skill in the world of business.
Η τέχνη του κατεβάσματος των τιμών είναι μια πολύτιμη δεξιότητα στον κόσμο των επιχειρήσεων.



























