Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beards
Παραδείγματα
He decided to grow a beard for the first time to change his appearance.
Αποφάσισε να αφήσει γενειάδα για πρώτη φορά για να αλλάξει την εμφάνισή του.
1.1
γένι, τρίχωμα προσώπου
a hairy growth on or near the face of certain mammals
Παραδείγματα
The goat's beard swayed as it chewed.
Το γένι της κατσίκας κουνιόταν καθώς μασούσε.
02
κάλυμμα, προκάλυμμα
a person used as a date or partner to hide someone's sexual orientation
αργκό
Παραδείγματα
She acted as his beard at the family gathering.
03
βύσσος, γένι
a tuft of strong filaments by which certain shellfish, such as mussels, attach themselves to a surface
Παραδείγματα
The mussel's beard anchored it to the rock.
Το βύσσος του μύδιου το αγκύρωσε στον βράχο.
04
γένι, τούφα τριχών
a tuft or fringe of hairs or bristles on certain plants, such as irises or grasses
Παραδείγματα
The iris flower has a yellow beard on its petals.
Το λουλούδι της ίριδας έχει μια κίτρινη γενειάδα στα πέταλά του.
to beard
01
πλαισιώνω, περιβάλλω
to form or run along the edge or border of something in a way that resembles a beard around a chin
Transitive: to beard sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beard
γ΄ ενικό πρόσωπο
beards
ενεστώτα μετοχή
bearding
απλός αόριστος
bearded
παθητική μετοχή
bearded
Παραδείγματα
Ivy bearded the stone archway.
Η κισσός περικύκλωνε την πέτρινη αψίδα.
Λεξικό Δέντρο
beardless
beard



























