Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bearable
01
ανεκτός, υποφερτός
able to be endured without excessive difficulty or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bearable
συγκριτικός βαθμός
more bearable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The financial strain was bearable with careful budgeting.
Η οικονομική πίεση ήταν ανεκτή με προσεκτικό προϋπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
unbearable
bearable
bear



























