sergeant major
ser
ˈsɑ:
saa
geant
ʤənt
jēnt
ma
meɪ
mei
jor
ʤə

Ορισμός και σημασία του "sergeant major"στα αγγλικά

Sergeant major
01

αρχισμηνίας, μεγάλη γαλαζογκρίζα με μαύρες ρίγες damselfish

large blue-grey black-striped damselfish; nearly worldwide 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sergeant majors
02

λοχίας, ανθυπασπιστής

a non-commissioned officer in the US army, higher than a master sergeant 
Παραδείγματα
The sergeant major’s booming voice carried across the parade ground, commanding immediate attention. 

Η βροντερή φωνή του λοχία μεταφέρθηκε πάνω από το πλακόστρωτο, διατάσσοντας άμεση προσοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store