Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serially
01
σειριακά, διαδοχικά
in consecutive parts or stages
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The novel was released serially in monthly magazine installments.
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε σε συνέχειες σε μηνιαίες δόσεις του περιοδικού.
02
συστηματικά, ψυχαναγκαστικά
in a habitual or compulsive manner, especially in harmful or unlawful actions
Παραδείγματα
The con artist serially targeted elderly victims in multiple states.
Ο απατεώνας σειριακά στοχοποίησε ηλικιωμένους θύματα σε πολλές πολιτείες.
Λεξικό Δέντρο
serially
serial
series



























