Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serially
01
σειριακά, διαδοχικά
in consecutive parts or stages
Παραδείγματα
The experiments were conducted serially to ensure accurate results.
Τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά για να διασφαλιστούν ακριβή αποτελέσματα.
02
συστηματικά, ψυχαναγκαστικά
in a habitual or compulsive manner, especially in harmful or unlawful actions
Παραδείγματα
The predator serially manipulated vulnerable individuals before being caught.
Ο θηρευτής χειραγωγούσε σειριακά ευάλωτα άτομα πριν συλληφθεί.
Λεξικό Δέντρο
serially
serial
series



























