sentiment
sent
ˈsɛn
σεν
i
ə
α
ment
mənt
μαντ
sedimentsentient

Ορισμός και σημασία του "sentiment"στα αγγλικά

01

συναίσθημα, γνώμη

a feeling or opinion influenced by emotion rather than reason 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sentiments
Παραδείγματα
She expressed her sentiment about the holiday in a card. 

Εξέφρασε το συναίσθημά της για τις διακοπές σε μια κάρτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sentimentize
sentiment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store