sentiment
Pronunciation
/ˈsɛnəmənt/, /ˈsɛntəmənt/

Ορισμός και σημασία του "sentiment"στα αγγλικά

01

συναίσθημα, γνώμη

a feeling or opinion influenced by emotion rather than reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sentiments
Παραδείγματα
Market sentiment can significantly affect investment decisions.
Η συγκίνηση της αγοράς μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις επενδυτικές αποφάσεις.

Λεξικό Δέντρο

sentimentize
sentiment
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store