Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sentiment
01
συναίσθημα, γνώμη
a feeling or opinion influenced by emotion rather than reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sentiments
Παραδείγματα
Market sentiment can significantly affect investment decisions.
Η συγκίνηση της αγοράς μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις επενδυτικές αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
sentimentize
sentiment



























