sensor
Pronunciation
/ˈsɛnsɝ/

Ορισμός και σημασία του "sensor"στα αγγλικά

01

αισθητήρας, ανιχνευτής

a machine or device that detects any changes in the environment and sends the information to other electronic devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sensors
Παραδείγματα
The smart home system uses sensors to control the lights and heating.
Το σύστημα έξυπνου σπιτιού χρησιμοποιεί αισθητήρες για τον έλεγχο των φώτων και της θέρμανσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store