Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senior high
01
λύκειο, ανώτερο γυμνάσιο
a secondary school typically for students in the upper grades, often covering the last three or four years before graduation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senior highs
Παραδείγματα
She joined the basketball team in senior high.
Προσχώρησε στην ομάδα μπάσκετ στο γυμνάσιο.



























