senior high
Pronunciation
/sˈiːnjɚ hˈaɪ/

Ορισμός και σημασία του "senior high"στα αγγλικά

01

λύκειο, ανώτερο γυμνάσιο

a secondary school typically for students in the upper grades, often covering the last three or four years before graduation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senior highs
Παραδείγματα
The new senior high building has state-of-the-art facilities.
Το νέο κτίριο του λυκείου διαθέτει σύγχρονες εγκαταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store