senile
se
ˈsi
σι
nile
ˌnaɪl
ναιλ
/sˈiːna‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "senile"στα αγγλικά

01

πρεσβύτερος, γεροντικός

related to or affected by old age, typically implying a decline in mental faculties and physical abilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most senile
συγκριτικός βαθμός
more senile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor diagnosed the patient with senile dementia, a condition characterized by progressive cognitive decline associated with aging.
Ο γιατρός διέγνωσε στον ασθενή πρεσβυτική άνοια, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από προοδευτική γνωστική παρακμή που σχετίζεται με τη γήρανση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store