Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
senile
01
πρεσβύτερος, γεροντικός
related to or affected by old age, typically implying a decline in mental faculties and physical abilities
Παραδείγματα
The doctor diagnosed the patient with senile dementia, a condition characterized by progressive cognitive decline associated with aging.
Ο γιατρός διέγνωσε στον ασθενή πρεσβυτική άνοια, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από προοδευτική γνωστική παρακμή που σχετίζεται με τη γήρανση.



























