Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senility
01
γηρατειά, νοητική παρακμή
the condition of losing mental sharpness and memory due to old age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He showed signs of senility in his later years.
Έδειξε σημάδια γηρατειάς στα τελευταία του χρόνια.
02
γηρατειά, νοητική παρακμή
mental infirmity as a consequence of old age; sometimes shown by foolish infatuations



























