senility
se
ni
ˈnɪ
ni
li
ty
ti
ti
/siːnˈɪlɪti/

Ορισμός και σημασία του "senility"στα αγγλικά

01

γηρατειά, νοητική παρακμή

the condition of losing mental sharpness and memory due to old age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Memory loss is a common symptom of senility.
Η απώλεια μνήμης είναι ένα κοινό σύμπτωμα της γηρατειάς.
02

γηρατειά, νοητική παρακμή

mental infirmity as a consequence of old age; sometimes shown by foolish infatuations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store