Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senior citizen
01
ηλικιωμένος, συνταξιούχος
an old person, especially someone who is retired
Παραδείγματα
The new policy aims to improve healthcare access for senior citizens across the country.
Η νέα πολιτική στοχεύει στη βελτίωση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη για τους ηλικιωμένους σε όλη τη χώρα.



























