senior citizen
se
ˈsi:
si
nior
niə
niē
ci
si
ti
ti
zen
zən
zēn

Ορισμός και σημασία του "senior citizen"στα αγγλικά

Senior citizen
01

ηλικιωμένος, συνταξιούχος

an old person, especially someone who is retired 
senior citizen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senior citizens
Παραδείγματα
As a senior citizen, he enjoys the discounts offered at local stores and restaurants. 

Ως ηλικιωμένος, απολαμβάνει τις εκπτώσεις που προσφέρονται στα τοπικά καταστήματα και εστιατόρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store