senior citizen
Pronunciation
/ˈsinjər ˈsɪtəzən/

Ορισμός και σημασία του "senior citizen"στα αγγλικά

Senior citizen
01

ηλικιωμένος, συνταξιούχος

an old person, especially someone who is retired
senior citizen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senior citizens
Παραδείγματα
The new policy aims to improve healthcare access for senior citizens across the country.
Η νέα πολιτική στοχεύει στη βελτίωση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη για τους ηλικιωμένους σε όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store