selfless
self
ˈsɛlf
σελφ
less
ləs
λασ
/sˈɛlfləs/

Ορισμός και σημασία του "selfless"στα αγγλικά

01

ανιδιοτελής, αλτρουιστικός

putting other people's needs before the needs of oneself
selfless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most selfless
συγκριτικός βαθμός
more selfless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The selfless teacher went above and beyond to ensure that every student had the opportunity to succeed.
Ο ανιδιοτελής δάσκαλος πήγε πέρα από τα όρια για να διασφαλίσει ότι κάθε μαθητής είχε την ευκαιρία να πετύχει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store