Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Selfishness
01
εγωισμός, αυτοκεντρισμός
the quality or state of being excessively focused on oneself, one's own interests, or needs without regard for others.
Παραδείγματα
The child ’s selfishness was a cause of tension within the family.
Ο εγωισμός του παιδιού ήταν μια αιτία έντασης στην οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
unselfishness
selfishness
selfish
self



























