self-sacrifice
self
sɛlf
self
sac
sæk
sāk
ri
ri
fice
faɪs
fais

Ορισμός και σημασία του "self-sacrifice"στα αγγλικά

Self-sacrifice
01

αυτοθυσία, αυταπάρνηση

the act of putting the needs or interests of others above one's own 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her self-sacrifice helped her family survive hard times. 

Η αυτοθυσία της βοήθησε την οικογένειά της να επιβιώσει σε δύσκολους καιρούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store