Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-sacrifice
01
αυτοθυσία, αυταπάρνηση
the act of putting the needs or interests of others above one's own
Παραδείγματα
She admired his self-sacrifice for the community.
Εκτιμούσε την αυτοθυσία του για την κοινότητα.



























