self-service
self
sɛlf
self
ser
sɜ:
vice
vɪs
vis

Ορισμός και σημασία του "self-service"στα αγγλικά

01

αυτοεξυπηρέτηση, σύστημα αυτοεξυπηρέτησης

a system in which customers serve themselves in a restaurant, store, or similar setting and pay afterward 
self-service definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
self-services
Παραδείγματα
The café introduced a new self-service to speed up lunch hours. 

Το καφενείο εισήγαγε μια νέα υπηρεσία αυτοεξυπηρέτησης για να επιταχύνει τις ώρες του γεύματος.

self-service
01

αυτοεξυπηρέτηση, self-service

(of a restaurant, store, etc.) providing customers with the chance to serve themselves and then pay for it 
self-service definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
business, service, retail
Παραδείγματα
The cafeteria offers a self-service salad bar where customers can create their own meals. 

Η καφετέρια προσφέρει μπαρ σαλατών με αυτοεξυπηρέτηση όπου οι πελάτες μπορούν να δημιουργήσουν τα δικά τους γεύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store