Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-governing
01
αυτοδιοικούμενος, αυτόνομος
(of a territory, organization, etc.) making decisions regarding one's internal affairs without external interference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-governing
συγκριτικός βαθμός
more self-governing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Greenland is a self-governing territory within the Kingdom of Denmark, managing its own domestic policies while Denmark handles foreign affairs.
Η Γροιλανδία είναι ένα αυτοδιοικούμενο έδαφος εντός του Βασιλείου της Δανίας, διαχειριζόμενο τις δικές του εσωτερικές πολιτικές ενώ η Δανία ασχολείται με τις εξωτερικές υποθέσεις.



























