Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-disciplined
01
αυτοπειθαρχημένος, πειθαρχημένος
having the ability to control one's own behaviors and actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-disciplined
συγκριτικός βαθμός
more self-disciplined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The self-disciplined student consistently completed assignments well before the deadlines.
Ο αυτοπειθαρχημένος μαθητής ολοκλήρωνε με συνέπεια τις εργασίες πολύ πριν από τις προθεσμίες.



























