self-disciplined
Pronunciation
/sˈɛlfdˈɪsɪplˌɪnd/

Ορισμός και σημασία του "self-disciplined"στα αγγλικά

self-disciplined
01

αυτοπειθαρχημένος, πειθαρχημένος

having the ability to control one's own behaviors and actions
self-disciplined definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-disciplined
συγκριτικός βαθμός
more self-disciplined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite distractions, the self-disciplined professional remained focused on career objectives.
Παρά τις περισπασμούς, ο αυτοπειθαρχημένος επαγγελματίας παρέμεινε συγκεντρωμένος στους επαγγελματικούς στόχους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store