Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seizure
01
κρίση
a sudden and unexpected start or return of a medical problem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seizures
Παραδείγματα
The family was given instructions on how to handle a seizure episode at home.
Στην οικογένεια δόθηκαν οδηγίες για το πώς να αντιμετωπίσει ένα επεισόδιο κρίσης στο σπίτι.
02
κατάσχεση, διάσχεση
the act of forcibly dispossessing an owner of property
03
κατάσχεση, παρακράτηση
the act of legally taking possession of something
Παραδείγματα
Police carried out a seizure of documents related to the investigation.
Η αστυνομία πραγματοποίησε κατάσχεση εγγράφων σχετικών με την έρευνα.
04
κατάσχεση, σύλληψη
the act of taking of a person by force
Λεξικό Δέντρο
seizure
seize



























