Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to seize with teeth
01
πιάνω με τα δόντια, δαγκώνω για να πιάσω
to grip, cut off, or tear with or as if with the teeth or jaws
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
seize
ενεστώτας
seize with teeth
γ΄ ενικό πρόσωπο
seizes with teeth
ενεστώτα μετοχή
seizing with teeth
απλός αόριστος
seized with teeth
παθητική μετοχή
seized with teeth



























