Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seething
01
βραστός, ανήσυχος
in constant agitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seething
συγκριτικός βαθμός
more seething
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, state, behavior
02
βραστός, ζεστός
having an intense heat, often characterized by bubbling or boiling
Παραδείγματα
The seething pot of soup bubbled furiously on the stove.
Η κατσαρόλα με βραστή σούπα βράζει με μανία στη σόμπα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seething
seethe



























