segmented
seg
sɛg
σεγκ
men
ˈmɛn
μεν
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "segmented"στα αγγλικά

01

τμηματοποιημένος, διαιρεμένος σε τμήματα

having the body divided into successive metameres or segments, as in earthworms or lobsters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most segmented
συγκριτικός βαθμός
more segmented
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, anatomy, zoology
02

τμηματοποιημένος, διαιρεμένος

divided into separate parts or sections 
Παραδείγματα
They released a segmented report for each region. 

Κυκλοφόρησαν μια τμηματοποιημένη αναφορά για κάθε περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsegmented
segmented
segment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store