Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
segmented
01
τμηματοποιημένος, διαιρεμένος σε τμήματα
having the body divided into successive metameres or segments, as in earthworms or lobsters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most segmented
συγκριτικός βαθμός
more segmented
διαβαθμίσιμο
02
τμηματοποιημένος, διαιρεμένος
divided into separate parts or sections
Παραδείγματα
The product has a segmented design for easy use.
Το προϊόν έχει τμηματικό σχεδιασμό για εύκολη χρήση.
Λεξικό Δέντρο
unsegmented
segmented
segment



























