seclusion
sec
ˈsɪk
σικ
lu
lu:
λου
sion
ʒən
ζαν
secession

Ορισμός και σημασία του "seclusion"στα αγγλικά

01

απομόνωση, αναχώρηση

the state of being isolated from other things or people, usually by choice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

απομόνωση, ησυχασμός

the quality of being secluded from the presence or view of others 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store