Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to secede
01
αποσχίζομαι, αποχωρώ
to formally withdraw from an organization, union, or political entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
secede
γ΄ ενικό πρόσωπο
secedes
ενεστώτα μετοχή
seceding
απλός αόριστος
seceded
παθητική μετοχή
seceded
Παραδείγματα
The country had been discussing the possibility of seceding from the alliance for years before finally making the decision.
Η χώρα συζητούσε για χρόνια την πιθανότητα αποχώρησης από τη συμμαχία πριν τελικά πάρει την απόφαση.



























