Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to secede
01
αποσχίζομαι, αποχωρώ
to formally withdraw from an organization, union, or political entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
secede
γ΄ ενικό πρόσωπο
secedes
ενεστώτα μετοχή
seceding
απλός αόριστος
seceded
παθητική μετοχή
seceded
Παραδείγματα
They had been debating whether to secede for months before finally reaching a conclusion.
Συζητούσαν για μήνες αν θα αποσχιστούν πριν φτάσουν τελικά σε ένα συμπέρασμα.



























