Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scurvy
01
σκορβούτο, ασθένεια που προκαλείται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνης C
a disease caused by severe lack of vitamin C
scurvy
Παραδείγματα
No one trusted him after his scurvy treatment of his friends.
Κανείς δεν τον εμπιστευόταν μετά την άθλια συμπεριφορά του απέναντι στους φίλους του.



























