scurvy
scur
ˈskɜr
σκερρ
vy
vi
βι
/ˈskɜːvi/

Ορισμός και σημασία του "scurvy"στα αγγλικά

01

σκορβούτο, ασθένεια που προκαλείται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνης C

a disease caused by severe lack of vitamin C
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

εξευτελιστικός, ποταπός

morally reprehensible, despicable, or contemptible, often used in reference to behavior that is dishonest or unethical
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scurviest
συγκριτικός βαθμός
scurvier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
No one trusted him after his scurvy treatment of his friends.
Κανείς δεν τον εμπιστευόταν μετά την άθλια συμπεριφορά του απέναντι στους φίλους του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store