Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sculpture
01
γλυπτό, άγαλμα
a solid figure or object made as a work of art by shaping and carving wood, clay, stone, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sculptures
Παραδείγματα
The park was adorned with various sculptures, each representing a different aspect of local culture.
Το πάρκο ήταν διακοσμημένο με διάφορα αγάλματα, καθένα από τα οποία αντιπροσώπευε μια διαφορετική πτυχή της τοπικής κουλτούρας.
1.1
γλυπτική
the art of shaping and engraving clay, stone, etc. to create artistic objects or figures
Παραδείγματα
She studied sculpture at the art academy.
Σπούδασε γλυπτική στην ακαδημία τέχνης.
to sculpture
01
γλύφω
create by shaping stone or wood or any other hard material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sculpture
γ΄ ενικό πρόσωπο
sculptures
ενεστώτα μετοχή
sculpturing
απλός αόριστος
sculptured
παθητική μετοχή
sculptured



























