Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sculpture
01
γλυπτό, άγαλμα
a solid figure or object made as a work of art by shaping and carving wood, clay, stone, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sculptures
Παραδείγματα
The museum displayed an ancient marble sculpture of a Greek goddess.
Το μουσείο παρουσίασε μια αρχαία μαρμάρινη γλυπτική μιας ελληνικής θεάς.
1.1
γλυπτική
the art of shaping and engraving clay, stone, etc. to create artistic objects or figures
Παραδείγματα
The art school offers classes in painting, sculpture, and ceramics.
Η σχολή τέχνης προσφέρει μαθήματα ζωγραφικής, γλυπτικής και κεραμικής.
to sculpture
01
γλύφω
create by shaping stone or wood or any other hard material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sculpture
γ΄ ενικό πρόσωπο
sculptures
ενεστώτα μετοχή
sculpturing
απλός αόριστος
sculptured
παθητική μετοχή
sculptured
Λεξικό Δέντρο
sculptural
sculpture
sculpt



























